Μερικές φορές ένα βιβλίο μάς βρίσκει πρώτο
Υπάρχουν βιβλία που επιλέγουμε εμείς.Και υπάρχουν κι εκείνα που, με έναν σχεδόν ανεξήγητο τρόπο, μοιάζουν να μας επιλέγουν.Έρχονται σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής μας. Όχι απαραίτητα όταν είμαστε έτοιμ@, αλλά ίσως όταν έχουμε περισσότερο ανάγκη μια λέξη, μια εικόνα, έναν ήρωα, μια ιστορία που θα καθίσει για λίγο δίπλα μας.
Πάντα αγαπούσα τις ιστορίες.Ίσως γιατί μέσα τους χωράνε οι άνθρωποι όπως πραγματικά είναι: σύνθετοι, αντιφατικοί, ευάλωτοι και δυνατοί μαζί. Άνθρωποι που αγαπούν και φοβούνται, που πλησιάζουν και απομακρύνονται, που κάνουν λάθη, που χάνονται και ξαναβρίσκουν τον δρόμο τους.Και ίσως γι’ αυτό αγαπώ τόσο και τη βιβλιοθεραπεία.
Γιατί δεν βλέπω το βιβλίο ως ένα ακόμη «εργαλείο» που θα χρησιμοποιήσουμε πάνω σε έναν άνθρωπο. Το βλέπω περισσότερο σαν έναν τρίτο συνομιλητή που έρχεται να καθίσει μαζί μας στη θεραπευτική συνάντηση. Έναν συνομιλητή που δεν απαιτεί.Που περιμένει.Που μας αφήνει να πλησιάσουμε όσο μπορούμε.
Όταν η ιστορία του άλλου αγγίζει τη δική μας
Μερικές φορές είναι δύσκολο να μιλήσουμε για όσα μας συμβαίνουν.
Υπάρχουν εμπειρίες που δεν έχουν ακόμη βρει λέξεις. Απώλειες που μοιάζουν πολύ μεγάλες για να ειπωθούν. Φόβοι, επιθυμίες, θυμοί, έρωτες, αποχωρισμοί. Πράγματα που γνωρίζουμε μέσα μας, αλλά δεν ξέρουμε ακόμη πώς να τα αφηγηθούμε.
Και τότε εμφανίζεται μια ιστορία.Ένας ήρωας φοβάται να φύγει.Μια ηρωίδα δεν τολμά να πει «όχι».Ένα παιδί περιμένει κάποιον να επιστρέψει.Ένα φανταστικό πλάσμα ψάχνει το σπίτι του.Και μπορούμε αρχικά να μιλήσουμε για εκείνους.
«Γιατί άραγε φοβάται;» «Τι θα χρειαζόταν για να προχωρήσει;»
«Ποιον θα ήθελε δίπλα του;», «Τι δεν έχει καταφέρει ακόμη να πει;»
Μέχρι που κάποια στιγμή, χωρίς πίεση, η ερώτηση μπορεί να αλλάξει:
«Κι εγώ;» Τι φοβάμαι,τι χρειάζομαι;Ποια λέξη δεν έχω ακόμη τολμήσει να πω;
Και εκεί συμβαίνει κάτι πολύ ανθρώπινο. Η ιστορία ενός άλλου πλάσματος γίνεται μια μικρή γέφυρα προς τη δική μας.
Είμαστε οι ιστορίες των σχέσεών μας
Στη συστημική ψυχοθεραπεία μαθαίνουμε να κοιτάζουμε τον άνθρωπο όχι απομονωμένο, αλλά μέσα στις σχέσεις και στα πλαίσια στα οποία έζησε και ζει.
Κουβαλάμε οικογενειακές αφηγήσεις, κοινωνικές ιστορίες, πολιτισμικές προσδοκίες. Κουβαλάμε όσα ειπώθηκαν για εμάς και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Φράσεις όπως :
«Να είσαι δυνατ@.», «Να φροντίζεις τους άλλους ανθρώπους.», «Μην απογοητεύεις κανέναν.» ,«Μη ζητάς πολλά.» ,«Η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα.»κ.α.
Μερικές από αυτές τις ιστορίες μάς φρόντισαν κάποτε. Άλλες μάς προστάτευσαν. Κάποιες, όμως, μπορεί σήμερα να μας στενεύουν. Η ψυχοθεραπεία δεν χρειάζεται να διαγράψει την ιστορία μας.Μπορεί να μας βοηθήσει να την κοιτάξουμε από περισσότερες πλευρές.
Να αναρωτηθούμε:
Ποιος έγραψε αυτή την ιστορία για μένα;
Και ακόμη πιο σημαντικό:
Θέλω να συνεχίσω να τη γράφω με τον ίδιο τρόπο;
Όταν οι άνθρωποι διαβάζουν μαζί
Ίσως όμως η μεγαλύτερη μαγεία της βιβλιοθεραπείας να εμφανίζεται όταν οι ιστορίες μοιράζονται. Έχω μεγάλη αγάπη για τις ομάδες ακριβώς γι’ αυτό.
Δέκα άνθρωποι μπορούν να διαβάσουν την ίδια παράγραφο και να ακούσουν δέκα διαφορετικές ιστορίες.Κάποιο πρόσωπο θα θυμηθεί ένα καλοκαίρι. Κάποιο άλλο τη μητέρα του. Κάποιο έναν αποχωρισμό. Έναν έρωτα. Μια απώλεια. Ένα όνειρο που είχε ξεχάστει.
Και ξαφνικά, γύρω από ένα βιβλίο, δημιουργείται κάτι μεγαλύτερο από το βιβλίο.
Δημιουργείται σχέση. Μαθαίνουμε ότι μπορούμε να είμαστε διαφορετικοί και παρ’ όλα αυτά να συναντιόμαστε.Ότι δεν χρειάζεται να συμφωνούμε για να ακούμε.
Δεν χρειάζεται να έχουμε ζήσει το ίδιο για να συγκινηθούμε από την ιστορία ενός άλλου ανθρώπου.Δεν χρειάζεται να δώσουμε συμβουλές.Μερικές φορές αρκεί να είμαστε εκεί. Να επιτρέπουμε ακόμη και στη σιωπή να συμμετέχει στη συζήτηση.
Οι ιστορίες ως πράξη φροντίδας
Για μένα η ψυχοθεραπεία δεν είναι μια διαδικασία που επιχειρεί να κατασκευάσει έναν «καλύτερο» ή πιο «σωστό» άνθρωπο.
Είναι πρωτίστως σχέση. Μια σχέση μέσα στην οποία μπορούμε να υπάρξουμε με περισσότερη περιέργεια, ελευθερία, ευθύνη και καλοσύνη απέναντι στο εαυτ@ μας και στους άλλους.
Γι’ αυτό αγαπώ και τη βιβλιοθεραπεία. Γιατί μας θυμίζει πως κανένας άνθρωπος δεν χωράει σε μία μόνο αφήγηση. Πως ακόμη και όταν μια ιστορία μοιάζει να έχει γραφτεί για χρόνια με τον ίδιο τρόπο, υπάρχει πάντα μια λευκή σελίδα λίγο πιο πέρα.
Δεν χρειάζεται να ξέρουμε αμέσως τι θα γράψουμε πάνω της. Μπορούμε να μείνουμε για λίγο μπροστά της. Να αναρωτηθούμε. Να παίξουμε. Να φανταστούμε.
- Να γράψουμε μια λέξη και ύστερα να τη σβήσουμε.
- Και κάποια στιγμή να δοκιμάσουμε μια καινούργια πρόταση.
- Γιατί τελικά ίσως γι’ αυτό αγαπάμε τόσο τις ιστορίες.
- Ανοίγουμε ένα βιβλίο πιστεύοντας ότι θα συναντήσουμε κάποιο άλλ@.
- Και μέσα σε μια πρόταση αναγνωρίζουμε κάτι δικό μας.
- Μέσα στην αφήγηση ενός ξένου ανθρώπου νιώθουμε λιγότερο μόν@.
- Μέσα σε μια ομάδα ανακαλύπτουμε ότι οι διαφορετικές ιστορίες μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι.
Και τότε το βιβλίο παύει να είναι απλώς ένα βιβλίο.
Γίνεται ένας τόπος.
Ένας τόπος όπου μπορώ να συναντήσω εσένα χωρίς να χρειάζεται να γίνω σαν εσένα.
Κι εσύ μπορείς να συναντήσεις εμένα χωρίς να χρειάζεται να συμφωνήσεις με όλα όσα είμαι.