Πώς η συμπόνια, η συμπερίληψη και η τέχνη ανανεώνουν το νόημα στη δουλειά μας

Υπάρχουν μέρες που, μετά την μάλλον 5η συνεχόμενη  συνεδρία, κοιτάζουμε τον καφέ μας με στοχασμό. Κι εκεί ξαφνικά αναρρωτιομαστε .Εαν   είχε φωνή, τι   να  μας ψιθύριζε: Άραγε να ακουγόταν το εξης: «Αγαπητέ/ή επαγγελματία της  ψυχικής υγείας… μήπως χρειάζεσαι κι εσύ μια μικρή φροντίδα;»

Η αλήθεια είναι πως, όσοι/ες δουλεύουμε με ανθρώπους, κάποια στιγμή κουραζόμαστε να νοιαζόμαστε.

Όχι γιατί δεν αγαπάμε τη δουλειά μας, αλλά γιατί το «νοιάζομαι» έχει βάρος. Η κόπωση της συμπόνιας δεν είναι αδυναμία — είναι το φυσικό τίμημα της ενσυναίσθησης.

Κι εδώ έρχεται η εποπτεία: όχι απλώς ως εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά ως χώρος φροντίδας, συμπερίληψης και νοηματοδότησης.

Ένα «ασφαλές καταφύγιο» όπου θυμόμαστε πως είμαστε κι εμείς άνθρωποι.

Η εποπτεία ως πράξη φροντίδας

Η εποπτεία είναι εκείνη η σπάνια στιγμή όπου ο/η επαγγελματίας ψυχικής υγείας μπορεί να αφήσει για λίγο τον ρόλο του/της ειδικού και να σταθεί ως άνθρωπος.

Όπως έχει γράψει η Robin Shohet, «η εποπτεία είναι ένας διάλογος που μας ξανασυνδέει με τη ζωντάνια της μάθησης και της φροντίδας».

Στο συστημικό και συνθετικό πλαίσιο, η εποπτεία δεν είναι διαδικασία αξιολόγησης· είναι σχέση. Ένας ζωντανός ιστός ανάμεσα στον/ην θεραπευτή/τρια, τον/ην επόπτη/τρια και τα συστήματα που τους περιβάλλουν.

Ο Tom Andersen περιγράφει την εποπτεία ως «χώρο δημιουργίας δυνατοτήτων». Είναι η στιγμή που, μέσα από τη σχέση, ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας ξαναβρίσκει το “γιατί” του. Όχι γιατί κάποιος του υπενθυμίζει τι πρέπει να κάνει, αλλά γιατί αναπνέει ξανά μέσα από τη συνάντηση.

Η κόπωση της συμπόνιας – και η επανασύνδεση με το νόημα

Η κόπωση της συμπόνιας (Figley, 1995) δεν σημαίνει ότι κάτι «πάει στραβά». Σημαίνει ότι έχουμε δώσει πολλά — και ξεχάσαμε να γεμίσουμε τη δεξαμενή μας.

Η εποπτεία γίνεται τότε ένας χώρος αναπλήρωσης, μια πράξη αυτο-συμπόνιας. Όχι μόνο για να βελτιώσουμε τη θεραπευτική μας τεχνική, αλλά για να θυμηθούμε ότι είμαστε κομμάτι ενός συστήματος που αναπνέει και μας επηρεάζει.

Η φροντίδα του/της θεραπευτή/τριας δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για να συνεχίσουμε να συνοδεύουμε άλλους ανθρώπους με ανοιχτή καρδιά.

Συμπερίληψη: όταν ο/η άλλος/η χωράει όπως είναι

Η συμπερίληψη στη συστημική ματιά δεν είναι θεωρία — είναι πράξη. Σημαίνει ότι κάθε άτομο, ανεξαρτήτως φύλου, ταυτότητας, προσανατολισμού ή πολιτισμικού υπόβαθρου, ανήκει στο σύστημα.

Όπως στη θεραπεία, έτσι και στην εποπτεία, χρειάζεται να υπάρχει χώρος για όλες τις φωνές: τις σίγουρες και τις σιωπηλές, τις εύστοχες και τις αμήχανες, τις θυμωμένες και τις λυπημένες.

Η εποπτεία που τιμά τη διαφορετικότητα είναι εκείνη που επιτρέπει στον/ην επαγγελματία να πει: «Αυτό είμαι σήμερα· κι αυτό αρκεί».

Η συμπερίληψη δεν είναι “πολιτική ορθότητα”. Είναι θεραπευτική φιλοσοφία: η αποδοχή ότι η πληρότητα προκύπτει από τη συνύπαρξη των διαφορών.

Η τέχνη ως εργαλείο εποπτείας

Όταν οι λέξεις δεν φτάνουν, η τέχνη παίρνει τον λόγο. Ζωγραφική, ποίηση, μουσική, εργαλεία από το Playback Theatre, ακόμη και γεύσεις και κινήσεις — όλα μπορούν να λειτουργήσουν ως καθρέφτες ψυχής.

Η συνθετική εποπτεία αξιοποιεί δημιουργικά μέσα για να μετασχηματίσει την εμπειρία σε εικόνα, ήχο, ρυθμό.

Όπως έχει δείξει η ψυχοθεραπευτική έρευνα (Evans & Gilbert, 2005), η τέχνη ενεργοποιεί δεξιόστροφες διαδικασίες νόησης και ενσώματης επίγνωσης.

Όταν ο/η θεραπευτής/τρια ζωγραφίζει το πώς “ένιωσε” μια συνεδρία, κάτι μετακινείται εσωτερικά: το συναίσθημα γίνεται μορφή, και η μορφή προσφέρει νόημα.

Η τέχνη επιτρέπει στην εποπτεία να γίνει χώρος δημιουργικής αναπνοής, όχι απλώς επαγγελματικής αξιολόγησης.

Το “συνυπάρχω” ως στάση εποπτείας

Η συστημική εποπτεία βασίζεται στο “μαζί”. Δεν υπάρχει «ειδικός» και «μαθητής», αλλά δύο άνθρωποι που συνομιλούν με σεβασμό και περιέργεια.

Η θέση του/της επόπτη/τριας δεν είναι πάνω, αλλά δίπλα. Και η στάση του/της εποπτευόμενου/ης δεν είναι παθητική, αλλά συμμετοχική.

Η έννοια του “συνυπάρχω” γίνεται τότε θεραπευτική στάση: μια επιλογή σχέσης που βασίζεται στην αμοιβαιότητα, στη γνησιότητα και στη διάθεση για κοινό στοχασμό.

Όπως θα έλεγε ο Μπαχτίν, «η αλήθεια δεν κατοικεί μέσα σε έναν άνθρωπο, αλλά ανάμεσα στους ανθρώπους». Η εποπτεία είναι ακριβώς αυτό το “ανάμεσα” — το πεδίο όπου συναντιόμαστε αληθινά.

 Χιούμορ και ευαλωτότητα: το οξυγόνο της συνύπαρξης

Το χιούμορ στην εποπτεία δεν είναι απόσπαση· είναι αντίσταση στη σοβαροφάνεια. Όταν μπορούμε να γελάσουμε με τρυφερότητα με τον εαυτό μας, δίνουμε άδεια στην ανθρώπινη ατέλεια να υπάρχει.

Ένα ειλικρινές χαμόγελο μέσα σε μια εποπτική ομάδα μπορεί να ξεκλειδώσει περισσότερη αυθεντικότητα από δέκα θεωρητικά μοντέλα.

Το χιούμορ λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι η ψυχοθεραπεία είναι μια ανθρώπινη τέχνη, όχι ένα άθλημα τελειότητας.

Κι αν μια φορά νιώσουμε πως «κουραστήκαμε να ακούμε», ίσως η πιο θεραπευτική απάντηση να είναι: «Εντάξει. Είμαι άνθρωπος. Και αυτό είναι μέρος της δουλειάς».

Η κοινωνική διάσταση της εποπτείας

Σε μια κοινωνία όπου η ψυχική φροντίδα συχνά υποτιμάται, η εποπτεία αποκτά πολιτική και κοινωνική διάσταση. Είναι ένας μικρόκοσμος όπου εξασκείται η αλληλεγγύη, η συμπερίληψη και η ενσυναίσθηση ως κοινωνικές αξίες.

Όπως σημειώνει ο Hawkins (2020), «η εποπτεία είναι χώρος κοινωνικής ευθύνης· ένας τόπος όπου ο θεραπευτής επανασυνδέεται με την ανθρωπιά του».

Η φροντίδα του/της θεραπευτή/τριας είναι φροντίδα της κοινότητας. Κάθε εποπτική συνάντηση είναι μια πράξη μικρής κοινωνικής αλλαγής — γιατί κάθε άνθρωπος που ξαναβρίσκει το νόημά του, το μεταφέρει γύρω του.

 Η εποπτεία ως πράξη αντίστασης και ελπίδας

Η συστημική και συνθετική εποπτεία είναι κάτι παραπάνω από τεχνική. Είναι πράξη αντίστασης απέναντι στην αποξένωση και την εξάντληση. Είναι χώρος φροντίδας, όπου η συμπόνια αποκτά όρια, η συμπερίληψη γίνεται πράξη και το χιούμορ επιστρέφει τη ζωντάνια.

Κάθε εποπτική στιγμή είναι μια υπενθύμιση ότι:

Δεν χρειάζεται να είμαι τέλειος/α για να είμαι παρών/παρούσα. Αρκεί να είμαι αληθινός/ή. Και ίσως αυτό είναι το πιο βαθύ μήνυμα της εποπτείας στη σύγχρονη εποχή: ότι η ανθρωπιά είναι ακόμα θεραπευτική.

«Η εποπτεία δεν είναι έλεγχος· είναι συνάντηση. Εκεί όπου η συμπόνια, η τέχνη και η συμπερίληψη ξαναδίνουν ανάσα στην ψυχή του/της θεραπευτή/τριας.»